Από 238.000 σε 119.000€ η αποζημίωση Στρατιωτικής Γιατρού που παραιτήθηκε – Τι έκρινε το Ελεγκτικό Συνέδριο

Από 238.000 σε 119.000€ η αποζημίωση Στρατιωτικής Γιατρού που παραιτήθηκε – Τι έκρινε το Ελεγκτικό Συνέδριο

Σχεδόν στο μισό μειώθηκε το ποσό που καλούνταν να καταβάλει στο Δημόσιο για την πρόωρη αποχώρησή της από την Πολεμική Αεροπορία. Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα χρόνια απόκτησης ιατρικής ειδικότητας, ακόμη και στο εξωτερικό, υπολογίζονται ως πραγματική υπηρεσία

Μια διαφορά σχεδόν 119.000 ευρώ στον υπολογισμό της αποζημίωσης που όφειλε να καταβάλει στο Δημόσιο στρατιωτική γιατρός, επειδή αποχώρησε πρόωρα από την Πολεμική Αεροπορία, βρέθηκε στο επίκεντρο απόφασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η υπηρεσία είχε υπολογίσει λανθασμένα τα χρόνια υποχρεωτικής παραμονής της αξιωματικού, καθώς δεν είχε αναγνωρίσει ως πραγματική υπηρεσία το διάστημα κατά το οποίο αποκτούσε την ιατρική της ειδικότητα.

Με την απόφαση 1130/2026, το Πρώτο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου περιόρισε την αρχική οφειλή από 238.422,74 ευρώ σε 119.647,52 ευρώ, αποδεχόμενο εν μέρει την προσφυγή της πρώην στρατιωτικής γιατρού.

Η υπόθεση αναδεικνύει ένα ζήτημα με ιδιαίτερη σημασία για τους στρατιωτικούς ιατρούς: πώς υπολογίζεται ο χρόνος υπηρεσίας όταν ένας αξιωματικός πραγματοποιεί ιατρική ειδικότητα και πότε η πρόωρη παραίτησή του γεννά υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης στο Δημόσιο.

Από την ειδικότητα στο εξωτερικό στην παραίτηση

Η υπόθεση αφορά πρώην αξιωματικό του Υγειονομικού Σώματος της Πολεμικής Αεροπορίας, η οποία εισήχθη στη Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών Σωμάτων το 2004 και αποφοίτησε το 2010, αναλαμβάνοντας την προβλεπόμενη υποχρέωση παραμονής στις Ένοπλες Δυνάμεις.

Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας της, η αξιωματικός ξεκίνησε την ειδικότητα της Οφθαλμολογίας στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Γ. Γεννηματάς» και στη συνέχεια μετέβη στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου συνέχισε την εξειδίκευσή της σε νοσοκομείο του Newport, καλύπτοντας η ίδια τις σχετικές δαπάνες.

Το 2020 υπέβαλε αίτηση παραίτησης, η οποία έγινε δεκτή, και αποχώρησε από την Πολεμική Αεροπορία.

Ωστόσο, η αρμόδια υπηρεσία έκρινε ότι δεν είχε συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο υποχρεωτικής παραμονής και της καταλόγισε αποζημίωση ύψους 238.422,74 ευρώ.

Ο υπολογισμός αυτός στηρίχθηκε στην παραδοχή ότι απέμεναν περισσότερα από 14 χρόνια υπηρεσίας, καθώς το διάστημα απόκτησης της ιατρικής ειδικότητας δεν είχε προσμετρηθεί ως πραγματικός χρόνος υπηρεσίας. Μάλιστα, τα χρόνια εξειδίκευσης στο Ηνωμένο Βασίλειο είχαν αντιμετωπιστεί ως εκπαίδευση στο εξωτερικό, αυξάνοντας περαιτέρω την υποχρεωτική παραμονή της.

Η πρώην αξιωματικός προσέφυγε στο Ελεγκτικό Συνέδριο, αμφισβητώντας τη νομιμότητα του υπολογισμού.

Η κρίσιμη διάκριση: Εκπαίδευση ή πραγματική υπηρεσία;

Το βασικό ερώτημα που κλήθηκε να απαντήσει το Ελεγκτικό Συνέδριο ήταν εάν ο χρόνος απόκτησης ιατρικής ειδικότητας αποτελεί αμιγώς εκπαιδευτικό διάστημα ή χρόνο πραγματικής υπηρεσίας.

Το Δικαστήριο υιοθέτησε τη δεύτερη προσέγγιση, επισημαίνοντας ότι οι στρατιωτικοί γιατροί, κατά την απόκτηση της ειδικότητάς τους, δεν απέχουν πλήρως από την παροχή υπηρεσιών. Αντιθέτως, εργάζονται σε νοσηλευτικά ιδρύματα, προσφέροντας πραγματικό ιατρικό έργο.

Συνεπώς, ο χρόνος εξειδίκευσης πρέπει να συνυπολογίζεται για τη συμπλήρωση της υποχρεωτικής παραμονής στις Ένοπλες Δυνάμεις.

Η κρίση αυτή ισχύει ακόμη και όταν η ειδικότητα πραγματοποιείται σε νοσοκομείο του εξωτερικού, καθώς, σύμφωνα με το Δικαστήριο, ο τόπος απόκτησης της ειδικότητας δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας.

Η απόφαση διακρίνει έτσι την ιατρική εξειδίκευση από την εκπαίδευση που πραγματοποιείται για αμιγώς εκπαιδευτικούς σκοπούς, κατά την οποία ο αξιωματικός απομακρύνεται πλήρως από τα υπηρεσιακά του καθήκοντα.

Πώς προέκυψε η μείωση της αποζημίωσης

Εξετάζοντας τα στοιχεία της υπόθεσης, το Ελεγκτικό Συνέδριο διαπίστωσε ότι η αρχική υποχρέωση παραμονής της αξιωματικού είχε επίσης υπολογιστεί εσφαλμένα.

Σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόστηκε στην περίπτωση της εκκαλούσας, η υποχρέωση παραμονής μετά την αποφοίτηση από τη Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών Σωμάτων αντιστοιχούσε στο διπλάσιο της προβλεπόμενης εξαετούς φοίτησης, δηλαδή σε 12 χρόνια.

Σε αυτά προστίθενταν πέντε χρόνια λόγω απόκτησης ιατρικής ειδικότητας, με αποτέλεσμα η συνολική υποχρέωση παραμονής να ανέρχεται σε 17 χρόνια.

Το κρίσιμο σημείο, ωστόσο, ήταν ότι η υπηρεσία είχε παραλείψει να προσμετρήσει δύο χρόνια, έντεκα μήνες και πέντε ημέρες, κατά τα οποία η γιατρός πραγματοποιούσε την ειδικότητά της στην Ελλάδα και στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Παράλληλα, είχε προσθέσει λανθασμένα τέσσερα επιπλέον χρόνια στην υποχρεωτική παραμονή της, θεωρώντας την εξειδίκευση στο εξωτερικό ως εκπαίδευση που δημιουργούσε νέα χρονική υποχρέωση.

Μετά τη διόρθωση αυτών των υπολογισμών, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο πραγματικός χρόνος υπηρεσίας της αξιωματικού ανερχόταν σε εννέα χρόνια, εννέα μήνες και τέσσερις ημέρες.

Κατά συνέπεια, κατά την αποχώρησή της υπολείπονταν επτά χρόνια, δύο μήνες και 26 ημέρες υποχρεωτικής παραμονής και όχι περισσότερα από 14 χρόνια, όπως είχε αρχικά υπολογιστεί.

Με βάση τον νέο υπολογισμό, η αποζημίωση περιορίστηκε στα 119.647,52 ευρώ, μειωμένη κατά 118.775,22 ευρώ σε σχέση με τον αρχικό καταλογισμό.

Μπορεί ένας στρατιωτικός να παραιτηθεί χωρίς να πληρώσει αποζημίωση;

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η τοποθέτηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τη συνταγματικότητα της υποχρεωτικής παραμονής στις Ένοπλες Δυνάμεις.

Η πρώην αξιωματικός είχε υποστηρίξει ότι η υποχρέωση μακροχρόνιας παραμονής, σε συνδυασμό με την επιβολή υψηλής αποζημίωσης σε περίπτωση παραίτησης, περιορίζει υπέρμετρα την επαγγελματική ελευθερία και συνιστά μορφή αναγκαστικής εργασίας.

Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό. Όπως έκρινε, η νομοθεσία δεν απαγορεύει στους στρατιωτικούς να αποχωρήσουν από την υπηρεσία ή να αλλάξουν επάγγελμα. Προβλέπει, όμως, ότι όταν η αποχώρηση πραγματοποιείται πριν από τη συμπλήρωση του υποχρεωτικού χρόνου παραμονής, μπορεί να γεννάται υποχρέωση οικονομικής αποζημίωσης υπέρ του Δημοσίου.

Η υποχρέωση αυτή δικαιολογείται από το δημόσιο συμφέρον, καθώς το κράτος έχει επωμιστεί δαπάνες για την εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση των στελεχών του, με στόχο να εξασφαλίσει την επαρκή στελέχωση των Ενόπλων Δυνάμεων.

Ωστόσο, η επιβαλλόμενη αποζημίωση πρέπει να υπολογίζεται νόμιμα και να μην οδηγεί σε δυσανάλογη επιβάρυνση του στρατιωτικού.

Τι σημαίνει η απόφαση για τους στρατιωτικούς γιατρούς

Η απόφαση 1130/2026 έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία για τους αξιωματικούς του Υγειονομικού Σώματος, καθώς αποσαφηνίζει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίζεται ο χρόνος απόκτησης ιατρικής ειδικότητας κατά τον υπολογισμό της υποχρεωτικής παραμονής.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο επιβεβαιώνει ότι η ιατρική ειδικότητα αποτελεί χρόνο πραγματικής υπηρεσίας, ακόμη και όταν πραγματοποιείται στο εξωτερικό, εφόσον κατά τη διάρκειά της παρέχεται πραγματικό ιατρικό έργο.

Παράλληλα, αναδεικνύει τη σημασία της αρχής της αναλογικότητας, καθώς μια διαφορετική ερμηνεία θα μπορούσε να οδηγήσει τους στρατιωτικούς γιατρούς σε υπέρμετρα μακροχρόνιες δεσμεύσεις, περιορίζοντας δυσανάλογα την επαγγελματική τους ελευθερία.

Η συγκεκριμένη υπόθεση αποδεικνύει πόσο καθοριστικός μπορεί να είναι ο ορθός υπολογισμός του χρόνου υπηρεσίας: μια λανθασμένη αντιμετώπιση της ιατρικής εξειδίκευσης είχε ως αποτέλεσμα να καταλογιστεί σε πρώην αξιωματικό ποσό σχεδόν διπλάσιο από εκείνο που τελικά κρίθηκε νόμιμο.

Το Δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτή την έφεση, μείωσε την οφειλή και διέταξε την επιστροφή του παραβόλου που είχε καταβληθεί.

ΠΗΓΗ: daily.nb.org

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια