H Τουρκία προσπαθεί να οδηγήσει την Ελλάδα σε διαπραγματεύσεις-Συνέντευξη του πρ. Αρχηγού ΓΕΣ Κ.Γκίνη


«Η επιχείρηση με το Oruc αλλά και οι παράλληλες τουρκικές πρωτοβουλίες είναι μια προσπάθεια για να αλλάξει ή καλύτερα για να φέρει η Τουρκία το πλαίσιο του διαλόγου στα μέτρα της και στις στρατηγικές της επιδιώξεις» υποστηρίζει, μιλώντας στο Τhe President, ο Στρατηγός Ε.Α. και Επίτιμος Αρχηγός Γ.Ε.Σ. Κωνσταντίνος Γκίνης.

Ο πρώην Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού χαρακτηρίζει εξαιρετική την πρωτοβουλία της κυβέρνησης να αναδείξει την τουρκική παραβατικότητα σε διεθνές ζήτημα και συμφωνεί με την προσέγγιση του Πρωθυπουργού, ως προς τον κίνδυνο ατυχήματος στην περιοχή που έχουν αναπτυχθεί οι δυνάμεις των δύο χωρών. Παράλληλα, ωστόσο, επισημαίνει ότι θα πρέπει να απασχολεί ο περιορισμός της τουρκικής προκλητικότητας και όχι η διαχείριση ενός ατυχήματος, αν αυτό συμβεί.

Επιπλέον, ο κύριος Γκίνης τονίζει ότι η Ελλάδα δεν θα πρέπει ούτε να ενδώσει σε πιέσεις κι ούτε να επαναλάβει «σφάλματα» του παρελθόντος. Σε κάθε περίπτωση, θεωρεί βέβαιη τη συνέχιση εντάσεων από πλευράς της Τουρκίας και υποστηρίζει πως το Oruc θα έπρεπε να έχει αποτραπεί, καθώς προβαίνει σε ενέργειες πέραν των προβλέψεων του Δίκαιου της Θαλάσσης.

Κλείνοντας, εκφράζει τη βεβαιότητα πως η Ελλάδα πρέπει να αναπτύξει τη δικής της αμυντική βιομηχανία, αλλά και τη θέση πως οι Ένοπλες Δυνάμεις είναι έτοιμες να διαχειρισθούν ένα κρίσιμο επεισόδιο. «Οι Ένοπλες Δυνάμεις, σε όλες τις περιπτώσεις, προσέφεραν στην κυβέρνηση στρατιωτικές στρατηγικές επιλογές και δημιούργησαν συνθήκες που της έδωσαν το περιθώριο και τις δυνατότητες για πολιτικούς, διπλωματικούς, οικονομικούς και επικοινωνιακούς ελιγμούς και δράση για την υποστήριξη των εθνικών συμφερόντων και την επίτευξη των εθνικών αντικειμενικών σκοπών. Αξίζουν συγχαρητήρια σε όλους από την ανώτατη ηγεσία μέχρι τον τελευταίο οπλίτη για τη συμβολή του σε αυτή την εθνική προσπάθεια» αναφέρει χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων.

Συνέντευξη στην Ελένη Κριτσιδήμα

- Στρατηγέ, η κυβέρνηση ανέδειξε το ελληνοτουρκικό σε διεθνές ζήτημα, με άμεσα αντανακλαστικά από πλευράς της ελληνικής διπλωματίας. Παίζει ρόλο η κίνηση αυτή στην αντιμετώπιση της κατάστασης;

Προφανώς. Είναι εξαιρετική η επιλογή της κυβερνήσεως να αναδείξει την τουρκική επιθετικότητα και αναθεωρητισμό σε διεθνές πρόβλημα, που δεν αφορά μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο σύνολο των χωρών της Ευρώπης και της ανατολικής Μεσογείου.

Δεν μπορούμε να παραμείνουμε στη διμερή βάση του ζητήματος, διότι στο ευρύτερο πλαίσιο του ελληνισμού έχουμε την κατοχή του 38% της Κύπρου, εδώ και 46 χρόνια και την αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, που η Τουρκία μονομερώς προβάλλει ως διεκδικήσεις.

Η Τουρκία έχει αλλάξει επίπεδο, προσπαθεί να ανατρέψει το status quo της περιοχής και να διευρύνει τον ορίζοντα και τα συμφέροντα της, φτάνοντας στα άκρα της Μεσογείου αλλά και πέραν αυτής. Ήδη, έχει αναπτύξει δυνάμεις και δραστηριότητες στον Κόλπο, την Ερυθρά Θάλασσα και στο Κέρας της Αφρικής. Άρα, η Τουρκία δεν είναι απλά μία δύναμη που αντιπαρατίθεται στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, αλλά μια χώρα που επιχειρεί να διευρύνει τον ρόλο και την επιρροή της στον ευρύτερο χώρο της Αφρικής, Μέσης Ανατολής και αν. Μεσογείου, ακόμη και της Ασίας.

– Ο Πρωθυπουργός, στην παρέμβασή του, αναφέρθηκε στον κίνδυνο ατυχήματος και τόνισε πως σε αυτή την περίπτωση η ευθύνη βαραίνει εκείνον που προκαλεί την ένταση. Πώς κρίνετε την τοποθέτησή του;

Συμφωνώ απόλυτα με την προσέγγιση του Πρωθυπουργού. Όταν υπάρχει μεγάλη συγκέντρωση στρατιωτικών δυνάμεων σε περιορισμένο χώρο, πάντοτε, ελλοχεύει αυτός ο κίνδυνος.

Μάλιστα, κυκλοφορεί και μια φήμη πως υπήρξε ένα μικροατύχημα μεταξύ δύο ναυτικών μονάδων των δύο χωρών, όμως επειδή δεν έχει επιβεβαιωθεί δεν θα το σχολιάσω περαιτέρω.

Ας μείνουμε στ’ ότι ο κίνδυνος είναι υπαρκτός, όταν υπάρχει πρόκληση και ένταση. Για παράδειγμα, οι υπερπτήσεις πάνω από τα νησιά μας και γενικότερα οι επιθετικές ενέργειες της γείτονος. Αυτά, δυστυχώς, μπορούν να προκαλέσουν αντίδραση ενδεχομένως και αθέλητη λόγω της πιέσεως και της «ομίχλης» της καταστάσεως, με αποτέλεσμα να οδηγήσουν σε επεισόδιο, τοπική ή και περιορισμένη σύγκρουση.

Αν συμβεί κάτι τέτοιο, πως θα πρέπει να διαχειριστεί;

Με άμεση επαφή μεταξύ των δύο πλευρών που είναι η προτιμότερα μέθοδος (π.χ. περίπτωση Ηλιάκη) και παρέμβαση ενδεχομένως τρίτων. Για το λόγο αυτό πρέπει να υπάρχουν ανοικτοί, θεσμικοί δίαυλοι επαφής και επικοινωνίας και όχι μόνο ad hoc ή σε προσωπική βάση. Όμως, το ζητούμενο είναι να μην προκύψει το ατύχημα. Για να επιτευχθεί αυτό πρέπει να διακοπούν η προκλητική παρουσία και ενέργειες της Τουρκίας, όπως, π.χ. ο εμβολισμός του περιπολικού του Λιμενικού στην περιοχή των Ιμίων.

Επομένως, πρέπει να μας απασχολεί πως θα περιορισθεί η προκλητικότητα της Τουρκίας, πως θα κινηθεί εντός των προβλεπόμενων διαδικασιών από το Διεθνές Πλαίσιο και πως θα συμπεριφερθεί γενικότερα ως μια ώριμη δύναμη του 21ου αιώνα, με βάση τον διάλογο και τις αμοιβαίες και αναλογικές υποχωρήσεις.

Όσο η Τουρκία ακολουθεί αυτή την καθαρά επιθετική και αναθεωρητική στρατηγική αυξάνονται και οι κίνδυνοι του τυχαίου ανεπιθύμητου συμβάντος. Άπαξ και συμβεί το ατύχημα δεν μπορούμε να ξεκινήσουμε να ερευνούμε που θα επιρρίψουμε ευθύνες, διότι όταν κάποιος ενεργεί κάτω από πίεση, είναι δυνατόν κάποια στιγμή να “ξεφύγει” και να ενεργήσει πέρα από τα προβλεπόμενα. Τέλος σε καμία περίπτωση για την ελληνική πλευρά ο κίνδυνος «ατυχήματος» δεν μπορεί να αποτελεί παραλυτικό παράγοντα στην εφαρμογή στρατηγικής μας. Πρέπει να εφαρμόζουμε απαρέγκλιτα τη στρατηγική και τον σχεδιασμό μας και να ενθαρρύνουμε τους τοπικούς διοικητές να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, ακόμη και με τον κίνδυνο ατυχήματος και να είμαστε έτοιμοι να τους υποστηρίξουμε και να τους στηρίξουμε. Σε καμία περίπτωση ο κίνδυνος ατυχήματος δεν πρέπει να αποτελεί πρόσχημα ευνουχισμού των διοικήσεων οποιουδήποτε κλιμακίου των Ενόπλων Δυνάμεων.

Παρακολουθώντας την πορεία του Oruc Reis, θα λέγατε πως είναι ένα παιχνίδι νεύρων από πλευράς Ερντογάν;

Θεωρώ ότι πρέπει να εξετάσουμε τη μεγάλη εικόνα και όχι την τεχνική κίνηση του Oruc και των υπόλοιπων πλοίων. Η μεγάλη εικόνα, λοιπόν, μας δείχνει ότι η Τουρκία προσπαθεί να διαμορφώσει ένα πλαίσιο, το οποίο εξυπηρετεί τα συμφέροντά και τις στρατηγικές της επιδιώξεις, ώστε να οδηγήσει με αυτό την Ελλάδα στο τραπέζι των «διαπραγματεύσεων», και τυπικά να το νομιμοποιήσει.

Βλέπουμε, επίσης, ότι ακολουθεί μια τακτική «κρύου – ζεστού».

Στη «μυστική» συνάντηση στο Λονδίνο, η Τουρκία συμφώνησε, υπό τον κίνδυνο των κυρώσεων, σε ένα πλαίσιο που μάλλον δεν την ικανοποιούσε. Όταν απέφυγε τις κυρώσεις αποκάλυψε τη συνάντηση, προκειμένου να διευρύνει το πλαίσιο της συζήτησης. Καθώς η Ελλάδα έμεινε σταθερή στη θέση της για τις θαλάσσιες ζώνες, η Τουρκία εξέδωσε την αυθαίρετη ΝΟΤΑΜ. Παρενέβη, τότε, η Γερμανία και είχαμε ένα νέο πλαίσιο συμφωνίας, από το οποίο διαφαίνεται ότι ανέλαβαν οι δύο πλευρές την υποχρέωση να μην προβούν σε μονομερείς ενέργειες.

Μόλις η Ελλάδα υπέγραψε τη συμφωνία της ΑΟΖ με την Αίγυπτο (η οποία δημιουργεί προϋποθέσεις ακύρωσης του τουρκολιβυκού μνημονίου) και σαφώς δεν αποτελεί μονομερή ενέργεια, αλλά κατοχυρωμένο δικαίωμά της, η Τουρκία με πρόσχημα αυτό προχώρησε άμεσα στην αποχώρηση από τις διμερείς διαβουλεύσεις και στην έκδοση νέας NAVTEX για την έξοδο του Oruc και του στόλους της, προκαλώντας έτσι την Ελλάδα.

Η επιχείρηση με το Oruc αλλά και οι παράλληλες τουρκικές πρωτοβουλίες (σύσκεψη κρατών αν. Μεσογείου κτλ) είναι μια προσπάθεια για να αλλάξει ή καλύτερα για να φέρει η Τουρκία το πλαίσιο του διαλόγου στα μέτρα της και στις στρατηγικές της επιδιώξεις. Ειδικότερα, δε, το κέντρο βάρους της προσπαθείας της είναι να ακυρώσει ή στη χειρότερη περίπτωση να αδρανοποιήσει την Ελληνο-Αιγυπτιακή Συμφωνία για την ΑΟΖ. Η Ελλάδα δεν πρέπει να ενδώσει σε καμία πίεση, πρέπει να κυρώσει και να θέσει σε εφαρμογή τη συμφωνία το ταχύτερο δυνατό. Επίσης, δεν πρέπει να επαναλάβει τα σφάλματα του παρελθόντος.

Σε ποια λάθη αναφέρεστε;

Στη Βέρνη, όπου πάγωσαν οι ενέργειες για έρευνα και εκμετάλλευση κοιτασμάτων υδρογονανθράκων πέραν των χωρικών υδάτων των 6 ναυτικών μιλίων.

Στη συμφωνία του Νταβός, το 1988, που επαναβεβαιώθηκε το πρακτικό της Βέρνης και εκ των υστέρων χαρακτήρισε ο Ανδρέας Παπανδρέου ως “mea culpa”.

Στη συμφωνία της Μαδρίτης, με Σημίτη – Ντεμιρέλ, μετά τα την κρίση των Ιμίων. Τότε, η Ελλάδα αναγνώρισε ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας στο Αιγαίο και τη δέσμευση της μην προχωρήσει σε μονομερείς ενέργειες.

Και στο Ελσίνκι, τον Δεκέμβριο 1999, όπου η Ελλάδα αποδέχθηκε την ύπαρξη συνοριακών διαφορών και άλλων συναφών θεμάτων μεταξύ των δύο χωρών.

Η βάση οποιασδήποτε διαπραγμάτευσης με την Τουρκία, πρέπει να είναι απαρέγκλιτα το Διεθνές Δίκαιο και το Δίκαιο της Θάλασσας, χωρίς «ειδικές» δεσμεύσεις και προϋποθέσεις.

Θα έπρεπε να έχει αποτραπεί το Oruc;

Κατά την άποψη μου, ναι. Το τουρκικό σκάφος έχει εισέλθει εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδος, χωρίς άδεια. Κατά δήλωση της Τουρκίας, κάνει έρευνες. Με άλλα λόγια προβαίνει σε ενέργειες πέραν των προβλέψεων του Δίκαιου της Θαλάσσης.

Θεωρώ βέβαιο ότι οι ΕΔ προσέφεραν μια σειρά στρατιωτικών επιλογών στην Κυβέρνηση, η οποία αποφάσισε αντί της απαγόρευσης και της ανάσχεσης, την τακτική της παρακολούθησης και εκπομπής μηνυμάτων. Υπάρχει, λοιπόν, ανοικτό το ζήτημα της παραβιάσεως ελληνικών δικαιωμάτων. Τα πάντα βέβαια θα κριθούν στο τέλος εκ του αποτελέσματος. Ωστόσο, πρέπει να εκτιμηθούν και οι ενδεχόμενες «ουρές» που θα αφήσουν για το μέλλον οι παράνομες τουρκικές ενέργειες.

Εκτιμάτε πως θα έχουμε στο μέλλον μια νέα, μεγαλύτερη κρίση και κατ’ επέκταση πρόκληση;

Είναι βέβαιο ότι η Τουρκία θα δημιουργήσει νέες κρίσεις και προκλήσεις, γιατί είναι αναθεωρητική η στρατηγική της. Είναι μια χώρα που έχει συνδεθεί με το οθωμανικό παρελθόν της, έχει αναπτύξει τις σχέσεις της με τον ισλαμικό κόσμο και επιχειρεί να γίνει ηγέτιδα δύναμη της μουσουλμανικής παγκόσμιας “κοινότητας”. Εκφράζει ένα νέο-οθωμανικό ιμπεριαλισμό. Η πορεία της Τουρκίας να καταστεί ηγέτιδα δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου περνά μέσα από τις συμπληγάδες του ελληνισμού. Ως εκ τούτου η προσπαθεί για αδρανοποίηση ή και εξουδετέρωση του ελληνισμού κι αυτή η προσπάθεια θα είναι συνεχής. Επομένως, οι τουρκικές προκλήσεις, εντάσεις και κρίσεις είναι μπροστά μας και πρέπει να είμαστε έτοιμοι να τις αντιμετωπίσουμε.

Τέλος, επειδή η Τουρκία χρησιμοποιεί ως εμπροσθοφυλακή τη στρατιωτική της ισχύ, θα πρέπει η Ελλάδα να κατανοήσει ότι παράλληλα με τις διπλωματικές και πολιτικές διεργασίες, πρέπει να διαθέτει ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, ώστε να αντιπαρατεθεί σε οποιοδήποτε επίπεδο προκλήσεως.

Έχετε διατελέσει Αρχηγός Γ.Ε.Σ.. Είναι έτοιμες οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις για να διαχειρισθούν ένα κρίσιμο επεισόδιο;

Σαφέστατα, ναι. Απόδειξη αυτού είναι οι αντιμετώπιση των κρίσεων οποτεδήποτε εκδηλώθηκαν αυτές (Έβρος, μεταναστευτικό Αιγαίο, NAVTEX 21 Ιουλίου, έξοδος του Oruc Reis).

Οι Ένοπλες Δυνάμεις σε όλες τις περιπτώσεις προσέφεραν στην κυβέρνηση στρατιωτικές στρατηγικές επιλογές και δημιούργησαν συνθήκες που της έδωσαν το περιθώριο και τις δυνατότητες για πολιτικούς, διπλωματικούς, οικονομικούς και επικοινωνιακούς ελιγμούς και δράση για την υποστήριξη των εθνικών συμφερόντων και την επίτευξη των εθνικών αντικειμενικών σκοπών. Για αυτό αξίζουν συγχαρητήρια σε όλους από την ανώτατη ηγεσία μέχρι τον τελευταίο οπλίτη για τη συμβολή του σε αυτή την εθνική προσπάθεια. Η οικονομική κρίση και άλλοι παράγοντες των τελευταίων 15 ετών, τους οποίους δεν κρίνω σκόπιμο της ώρα της «μάχης» να αναλύσω περαιτέρω, δεν επέτρεψαν στις Ένοπλες Δυνάμεις να έχουν αυτό που επιβάλουν οι συνθήκες. Όμως, η Ελλάδα έχει επαρκέστατες στρατιωτικές δυνατότητες για να διαχειριστεί την τρέχουσα κατάσταση.

Λαμβάνοντας υπ όψιν όμως την παρούσα κατάσταση, και τη στρατηγική της Τουρκίας, πιστεύω ότι η κυβέρνηση και όλο το πολιτικό σύστημα θα πρέπει να συμφωνήσουν,προκειμένου να ενισχυθούν οι Ένοπλες Δυνάμεις.

Και δεν αναφέρομαι μόνο στην αγορά οπλικών συστημάτων όπου συνήθως περιστρέφεται η συζήτηση, αλλά σε μια ολοκληρωμένη στρατηγική που θα καλύπτει την οργάνωση, τη λειτουργικότητα, τη διαθεσιμότητα και τις επιχειρήσεις, έτσι ώστε οι Ένοπλες Δυνάμεις, ως Ενοποιημένη Διακλαδική Δύναμη, να είναι ικανές να αντιμετωπίσουν ολόκληρο το φάσμα προκλήσεων, απειλών και κινδύνων του 21ου αιώνα, μέσα από ένα πλέγμα Ολοκληρωτικών Επιχειρήσεων.

Με δεδομένες τις τελευταίες εξελίξεις, αλλά και τα γεγονότα στον Έβρο, θεωρείτε πως έχει έρθει η στιγμή να φτιάξει η Ελλάδα μια νέα αμυντική βιομηχανία;

Αναμφισβήτητα, ναι. Πρέπει να αποτελέσει μέρος της στρατηγικής που προανέφερα. Μάλιστα, θα πρέπει να «χτιστεί» πάνω σε νέα δεδομένα.

Ωστόσο, πρέπει να έχουμε κατά νου πως η αμυντική βιομηχανία είναι ένα δύσκολο εγχείρημα, που χρειάζεται προσεκτικό σχεδιασμό με σαφείς στόχους. Πρέπει να εστιάσουμε σε συγκεκριμένους τομείς, να μην επαναληφθούν τα σφάλματα του παρελθόντος θεωρώντας ότι μπορούμε να κατασκευάσουμε τα πάντα. Επίσης, θα πρέπει να διαχωρισθεί η κατασκευαστική από την επισκευαστική βιομηχανία. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, πρέπει να συνεργαστούν τόσο οι κρατικοί, όσο και οι ιδιωτικοί φορείς, με κατευθυντήριο άξονα πάντοτε τις αμυντικές ανάγκες της χώρας.

Επιγραμματικά ποια είναι τα στοιχεία που πρέπει να τη συνθέτουν;

Πρώτον, πρέπει να δομηθεί με αυστηρά τεχνικοοικονομικά κριτήρια, με βάση τις οικονομικές δυνατότητες της χώρας. Δεύτερον, πρέπει να έχει εξαγωγικό χαρακτήρα. Τρίτον, να συνεργάζεται με αμυντικές βιομηχανίες του εξωτερικού. Τέταρτον, να κατασκευάζει και δικά της προϊόντα και υποπροϊόντα, με τα οποία να μπορεί να υποστηρίξει τόσο τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, αλλά να είναι ανταγωνιστική και στο διεθνές περιβάλλον.

ΠΗΓΗ: thepresident.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια